Εβραϊκά (he) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

בהיר (he) (מזג אוויר) (bahír) αρσενικό

  1. αίθριος (καιρός)
  2. απαλός (χρώμα)
  3. φωτεινός, λαμπερός