Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

χαιρετισμοί αρσενικό

  1. χαιρετισμός, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Χαιρετισμοί

  1. οι λειτουργίες της Παρασκευής των εβδομάδων που προηγούνται του Χριστιανικού Πάσχα, κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, οι οποίες είναι αφιερωμένες στην Παναγία και στις οποίες ψάλλεται ο Ακάθιστος Ύμνος. Αναφέρονται και ως Χαιρετισμοί της Θεοτόκου