Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φεράλιος < φέρω και ἀέλιος ( δωρικός τύπος του ἥλιος)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φεράλιος

  1. που φέρνει το φως του ήλιου, λάμψη, διώχνει με τον ερχομό του το σκοτάδι