Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υψώνομαι< παθητική φωνή του ρήματος υψώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

υψώνομαι

  1. με υψώνουν.

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία