Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

υαλοποιήσεις θηλυκό

  1. υαλοποίηση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού