Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

τσεχικό

  1. τσεχικός, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του τσεχικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού