Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρανς < αγγλική trans < transsexual < trans- (< λατινική trans) + sexual (< λατινική sexualis < sexus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sek-: κόβω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρανς αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο, άκλιτο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τρανς άκλιτο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία