Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

τετραφθοριούχο

  1. τετραφθοριούχος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του τετραφθοριούχος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού