Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταπεινόω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ταπεινόω (-όω)

  1. χαμηλώνω
  2. μικραίνω
  3. (μεταφορικά) περιορίζω
  4. ατιμάζω γυναίκα