Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

τάληρα ουδέτερο

  1. τάληρο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού