Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συντρίβομαι < παθητική φωνή του ρήματος συντρίβω

  ΡήμαΕπεξεργασία

συντρίβομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Σημείωση: Χρησιμοποιούνται επίσης οι λόγιοι τύποι του αορίστου συνετρίβην (συνετρίβης, συνετρίβη, (συνετρίβημεν), (συνετρίβητε), συνετρίβησαν), οι υπόλοιποι συνοπτικοί τύποι με το θέμα συντριβ, όπως το απαρέμφατο συντριβεί, και η μετοχή συντετριμμένος.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία