Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ραβέντι < (άμεσο δάνειο) τουρκική ravent < περσική راوند (rāvand, "ρήον")

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ραβέντι ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία