Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πονώ < (καθαρεύουσα) πονῶ < αρχαία ελληνική πονέω-πονῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

πονώ και πονάω ασυναίρετο

  1. (αμετάβατο) νιώθω πόνο, σωματικό ή ψυχικό
    χτύπησε και πονάει πολύ
    • στο γ' πρόσωπο, για μέλη ή όργανα του σώματος
      πονάει το πόδι μου - νιώθω πόνο στο πόδι
  2. (μεταβατικό) προκαλώ πόνο σωματικό ή ψυχικό σε κάποιον
    με πονάει η αδιαφορία του
  3. (μεταβατικό) νοιάζομαι για κάποιον, συναισθάνομαι / ταυτίζομαι συναισθηματικά με κάποιον / έρχομαι νοερά στην θέση κάποιου
    τον πονάω το φίλο μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία