Ετυμολογία

επεξεργασία
πατριμόνιον < (λόγιο δάνειο) λατινική patrimonium

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

πατριμόνιον ουδέτερο

Συγγενικά

επεξεργασία

→ και δείτε τις λέξεις πατήρ και πατέρας