Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρσέκ < γαλλική parsec < parallaxe seconde (par seconde)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρσέκ ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία