Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

παιδεραστίες

  1. παιδεραστία, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού