Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

πάτερα ουδέτερο

  1. πάτερο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού