Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

οβιδοβόλα ουδέτερο

  1. οβιδοβόλο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού