Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ντράμερ < αγγλική drummer

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ντράμερ αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία