Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

batteuse < θηλυκό του batteur

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
batteuse batteuses

batteuse (fr) θηλυκό

  1. αλωνιστική μηχανή