Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ναυτοδάνεια ουδέτερο

  1. ναυτοδάνειο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού