Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μολύνομαι < παθητική φωνή του ρήματος μολύνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μολύνομαι

δείτε τη λέξη μολύνω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία