Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

μηλομαχίες θηλυκό

  1. μηλομαχία, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού