Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

μάγισσες θηλυκό

  1. μάγισσα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού