Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λυρικά < λυρικός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

λυρικά

  1. με λυρικό τρόπο, με λυρισμό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

λυρικά