Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

λιμάνια ουδέτερο

  1. λιμάνι, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού