Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιγουλάκι < υποκορ. του λίγο

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

λιγουλάκι

  1. λίγο από κάτι (μη μετρήσιμο, μη ζυγίσιμο)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιγουλάκι ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία