Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tad (en)

  1. λιγουλάκι
  2. (παρωχημένο) αγοράκι, μικρό αγόρι

Ουαλικά (cy)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tad (cy)