Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λεκιθίνες < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λεκιθίνες αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία