Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

λάβαρα ουδέτερο

  1. λάβαρο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού