Ετυμολογία

επεξεργασία
κουτιαίνω < κουτός + -ιαίνω

κουτιαίνω

  1. (μεταβατικό) αποβλακώνω
  2. (αμετάβατο) αποβλακώνομαι

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία