Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καυχησιολογώ < καύχηση + -ι- + -ο- + -λογώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

καυχησιολογώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία