Ετυμολογία

επεξεργασία
κατατήκω < κατα- + τήκω

κατατήκω

  1. λιώνω εντελώς
  2. διαλύω
  3. (μεταφορικά) αφανίζω, κατασυντρίβω
    ※  ἀνάστηθι, καὶ ἀλόα αὐτούς, θύγατερ Σιών, ὅτι τὰ κέρατά σου θήσομαι σιδηρᾶ καὶ τὰς ὁπλάς σου θήσομαι χαλκᾶς, καὶ κατατήξεις ἐν αὐτοῖς ἔθνη καὶ λεπτυνεῖς λαοὺς πολλοὺς καὶ ἀναθήσεις τῷ Κυρίῳ τὸ πλῆθος αὐτῶν καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῶν τῷ Κυρίῳ πάσης τῆς γῆς. Παλαιά Διαθήκη, Μιχαίας, 4.13
    (Σήκω, και αλώνιζε, θυγατέρα Σιών· επειδή, θα κάνω το κέρας σου σιδερένιο, και θα κάνω τις οπλές σου χάλκινες· και θα κατασυντρίψεις πολλούς λαούς· και θα αφιερώσω στον Kύριο τα διαρπάγματά τους, και την περιουσία τους στον Kύριο ολόκληρης της γης.), μετάφραση: Σπύρος Φίλος, Πέργαμος, 2012

Παράγωγα

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία