Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος μετοχήςΕπεξεργασία

καλυμμένων

  1. καλυμμένος, στη γενική του πληθυντικού
  2. καλυμμένη, στη γενική του πληθυντικού
  3. καλυμμένο, στη γενική του πληθυντικού