Arrows blue.png Δείτε επίσης: καπέλα, καπελά

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

κάπελα αρσενικό

  1. κάπελας, στη γενική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού