Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δείτε τις λέξεις κάνω και νερά

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

κάνω νερά

  1. πλημμυρίζω με νερό
     συνώνυμα: μπάζω νερά
  2. πράττω τα αντίθετα από τα συμφωνηθέντα
    είπαμε ν' ανοίξουμε τη νέα επιχείρηση, έβαλα και λεφτά, αλλά μετά άρχισε να μου κάνει νερά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία