Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θυμίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

θυμίζω

  1. Φέρνω κάτι στο νου μου ή σε κάποιου άλλου με κάποιον λόγο πράξη κτλ

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία