Ετυμολογία

επεξεργασία
θυμίζω < λείπει η ετυμολογία

θυμίζω

  • φέρνω κάτι στον νου μου ή σε κάποιου άλλου με κάποιον λόγο ή πράξη

  Μεταφράσεις

επεξεργασία