Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ηθικότητες θηλυκό

  1. ηθικότητα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού