Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζητούμαι < παθητική φωνή του ζητώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζητούμαι

  1. είμαι το αντικείμενο μιας εκφρασμένης επιθυμίας, παράκλησης ή διαταγής
    μας ζητήθηκε να συμπληρώσουμε ένα ερωτηματολόγιο
  2. είμαι το αντικείμενο μιας επιθυμίας να καλυφθεί μια ανάγκη
    Ζητούνται υπάλληλοι γραφείου χωρίς στρατιωτικές υποχρεώσεις
  3. ψάχνουν να με βρουν, με αναζητούν
    Ζητείται ελπίς (Τίτλος βιβλίου του Α. Σαμαράκη)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία