Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ζαβολιές θηλυκό

  1. ζαβολιά, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού