Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εφάπτομαι < έπι+ δίπτομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

εφάπτομαι

  • για επιφάνεια που έρχεται σε επαφή με ένα ή πολλά σημεία μιας άλλης επιφάνειας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία