Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.ksu.ðe.teˈɾo.no.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐ξου‐δε‐τε‐ρώ‐νο‐μαι
παλιότερος συλλαβισμός: εξ‐ου‐δε‐τε‐ρώ‐νο‐μαι
ομόηχο: εξουδετερώνομε

  ΡήμαΕπεξεργασία

εξουδετερώνομαι, π.αόρ.: εξουδετερώθηκα, μτχ.π.π.: εξουδετερωμένος, (ενεργ.: εξουδετερώνω)