Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ελεφαντόδοντα ουδέτερο

  1. ελεφαντόδοντο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού