Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

εγκεφαλίτιδες θηλυκό

  1. εγκεφαλίτιδα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού