Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

εβδομηνταριές θηλυκό

  1. εβδομηνταριά, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού