Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δείνα < αρχαία ελληνική δεῖνα

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

δείνα άκλιτο

  1. για να δηλωθεί ένα πρόσωπο χωρίς να αναφερθεί το όνομά του

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • απαντάται, μόνο στην ονομαστική του ενικού του αρσενικού, και με τη μορφή δείνας
  • συνήθως αντιπαρατίθεται με το τάδε για να δώσει έμφαση
    ήρθε να μου πει για τον τάδε υπάλληλο που έκανε αυτό, για τον δείνα που έκανε το άλλο κλπ. κλπ.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία