Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

δίδραχμα ουδέτερο

  1. δίδραχμο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού