Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

δέσποινες θηλυκό

  1. δέσποινα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού