Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

γυναικοδουλειές θηλυκό

  1. γυναικοδουλειά, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού