Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γκαράζ < γαλλική garage

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ga.ˈɾaz/
 
γκαράζ με δύο αυτοκίνητα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γκαράζ ουδέτερο, άκλιτο

  1. υπαίθριος ή στεγασμένος χώρος που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, ώστε να σταθμεύονται και να φυλάσσονται αυτοκίνητα
  2. εργαστήριο όπου επισκευάζονται και συντηρούνται αυτοκίνητα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία